οινόμετρο(ν)

οινόμετρο(ν)
το спиртометр, спиртомер (для вин)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "οινόμετρο(ν)" в других словарях:

  • οινόμετρο — το όργανο που χρησιμοποιείται για την εύρεση τής περιεκτικότητας τού οίνου σε οινόπνευμα, αλλ. οινοπνευματόμετρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος + μέτρον. Η λ., στον λόγιο τ. οἰνόμετρον, μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου… …   Dictionary of Greek

  • μέτρο — Υπόγειος ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεγάλη ταχύτητα μεταφοράς, την πυκνότητα των σταθμών ανάμεσα στην αφετηρία και στο τέρμα (500 1000μ.) καθώς και την αξιοπιστία ως μέσο μεταφοράς. Οι σιδηροδρομικές… …   Dictionary of Greek

  • οίνος — ο (ΑΜ οἶνος) 1. το οινοπνευματούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση τού γλεύκους τών νωπών σταφυλιών, το κρασί (α. οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου», ΠΔ β. «άκρατος οίνος» ανέρωτο κρασί γ. «ρητινίτης οίνος») 2. το ποτό που παράγεται από τη ζύμωση …   Dictionary of Greek

  • οινομετρικός — ή, ό [οινομετρία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην οινομετρία ή στο οινόμετρο …   Dictionary of Greek

  • οινοσκόπιο — το το οινόμετρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος + σκόπιο (< σκόπος < σκοπώ), πρβλ. στηθο σκόπιο. Η λ., στον λόγιο τ. οἰνοσκόπιον, μαρτυρείται από το 1861 στο Γαλλοελληνικόν Λεξικόν τών Σχινά και Λεβαδέως] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»